Autumnal
Eros, vita, lumen
En las pálidas tardes
yerran nubes tranquilas
en el azul; en las ardientes manos
se posan las cabezas pensativas.
¡Ah los suspiros! ¡Ah los dulces sueños!
¡Ah las tristezas íntimas!
¡Ah el polvo de oro que en el aire flota,
tras cuyas ondas trémulas se miran
los ojos tiernos y húmedos,
las bocas inundadas de sonrisas,
las crespas cabelleras
y los dedos de rosa que acarician!
En las pálidas tardes
me cuenta un hada amiga
las historias secretas
llenas de poesía;
lo que cantan los pájaros,
lo que llevan las brisas,
lo que vaga en las nieblas,
lo que sueñan las niñas.
Una vez sentí el ansia
de una sed infinita.
Dije al hada amoroso:
-Quiero en el alma mía
tener la inspiración onda, profunda,
inmensa: luz, calor, aroma, vida.
Ella me dijo: ven! Con el acento
con que hablaría un arpa. En el había
un divino idioma de esperanza.
Oh, sed del ideal!
Sobre la cima
de un monte, a media noche,
me mostró las estrellas encendidas.
Era una jardín de oro
con pétalos de llama que titilan.
Exclame: Más!...
La aurora
vino después.La aurora sonreía,
con la luz en la frente,
como la joven tímida
que abre la reja, y la sorprenden luego
Ciertas curiosas,mágicas pupilas.
Y dije: -Más!... Sonriendola celeste hada amiga
prorrumpió: Y bien!... Las flores!
Y las flores
estaban frescas,lindas,
empapadas de olor: la rosa virgen,
la blanca margarita,
la azucena gentil, y las volúbilis
que cuelgan de la rama estremecida.
Y dije: -Más!...
El viento
arrastraba rumores, ecos, risas,
murmullos misteriosos, aleteos,
músicas nunca oídas.
El hada entonces me llevo hasta el velo
que nos cubre las ansias infinitas,
la inspiración profunda,
y el alma de las liras.
Y lo rasgó. Y allí todo era aurora.
En el fondo se vía
un bello rostro de mujer.
Oh, nunca
Piérides, diréis las sacras dichas
que en alma sintiera!
Con su vaga sonrisa:
¿Más…? dijo el hada. Y yo tenía entonces,
clavadas las pupilas
en el azul; y en mis ardientes manos
se posó mi cabeza pensativa…
Φθινοπωρινό
Έρωτας, ζωή, φως
Στα ωχρά απογεύματα
περιπλανιώνται γαλήνια σύννεφα
στο γαλάζιο· στα παθιασμένα χέρια
κουρνιάζουν τα συλλογισμένα κεφάλια
Αχ οι αναστεναγμοί! Αχ τα γλυκά όνειρα!
Αχ οι οικείες θλίψεις!
Αχ η σκόνη χρυσού που στον αέρα ανεμίζει!
Πίσω από τα τρεμουλιαστά ηχητικά κύματα κοιτάζονται
τα τρυφερά και υγρά μάτια,
τα πλημμυρισμένα από χαμόγελα στόματα,
τα μπουκλωτά μαλλιά
και τα τριανταφυλλένια δάχτυλα που θωπεύουν!
Στα ωχρά απογεύματα
μου αφηγείται μία νεράιδα φίλη
μυστικές ιστορίες
γεμάτες ποίηση·
αυτό που τραγουδούν τα πουλιά,
αυτό που μεταφέρουν οι αύρες,
αυτό που περιφέρεται στις ομίχλες,
αυτό που ονειρεύονται τα μικρά κορίτσια.
Κάποια στιγμή αισθάνθηκα την αγωνία
Μίας ατελείωτης δίψας.
Είπα στην γοητευτική νεράιδα
-Θέλω μέσα στην ψυχή την δική μου
να έχω την βαθιά, ανεξιχνίαστη, απέραντη
έμπνευση: φως, ζέστη, άρωμα, ζωή.
Αυτή μου είπε: -Έλα! με την προφορά
με την οποία θα μιλούσε μία άρπα. Σε αυτόν υπήρχε
ένα θεϊκό ιδίωμα της ελπίδας.
Αχ δίψα του ιδανικού!
Επάνω στην κορυφή
ενός όρους, στη μέση της νύχτας,
μου φανέρωσε τα φλεγόμενα αστέρια.
Ήταν ένας κήπος από χρυσάφι
με παθιασμένα πέταλα που τρεμόπαιζαν.
Φώναξα : Κι'άλλο!...
Η αυγή
ήρθε αργότερα. Η αυγή χαμογελούσε,
με το φως μπροστά,
όπως η ντροπαλή νεαρά
που ανοίγει τα κάγκελα του παραθύρου, και έπειτα την ξαφνιάζουν
σταθερές αδιάκριτες, μαγικές κόρες οφθαλμών,
Και είπα : -Κι’άλλο!... Χαμογελώντας
η ουράνια νεράιδα φίλη
ξέσπασε: - Ε τότε!...τα λουλούδια!
Και τα λουλούδια
ήταν φρέσκα, όμορφα,
γεμάτα μυρωδιές: το παρθένο τριαντάφυλλο
η λευκή μαργαρίτα,
ο ευγενικός κρινόλευκος, και οι βανίλιες
που αιωρούνται σ’ένα τρεμάμενο κλαδί.
Και είπα : -Κι’άλλο!...
Ο αέρας
έσερνε φήμες, αντίλαλους, γέλια,
παράξενα θροΐσματα, φτεροκοπήματα,
μουσικές που ποτέ δεν έχουν ακουστεί.
Η νεράιδα τότε με πήγε μέχρι το πέπλο
που μας καλύπτει ατελείωτα άγχη,
την βαθιά έμπνευση,
και την ψυχή των λυρών.
Και το έσκισα. Και εκεί όλα ήταν αυγή.
Στο βάθος φαινόταν
ένα όμορφο πρόσωπο γυναίκας.
Αχ ποτέ Μούσες της Πιερίας, μην πείτε
τα ιερά λόγια
που στην ψυχή ένιωθα
Με το τεμπέλικό της χαμόγελο :
Κι’άλλο;... Είπε η νεράιδα. Και εγώ είχα τότε,
καρφωμένες τις κόρες των οφθαλμών μου
στο γαλάζιο· και στα παθιασμένα χέρια μου
κούρνιασε το συλλογισμένο κεφάλι μου...
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Rubén Darío, Azul...-Cantos de vida y esperanza. Ed. José María Martínez, Catedra.
Τι όμορφο και παθιασμένο ποίημα! (παπεπιμπτόντως... ο τίτλος του ιστολογίου τα λέει όλα! ''Αν σε πονέσει είναι καλό σημάδι''...)
ΑπάντησηΔιαγραφή